ομόστεγος


ομόστεγος
-η, -ο (Α ὁμόστεγος, -ον)
αυτός που ζει κάτω από την ίδια στέγη, που συγκατοικεί με κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ομ(ο)-* + -στεγος (< στέγη), πρβλ. μονό-στεγος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ομόστεγος — η, ο αυτός που μένει κάτω από την ίδια στέγη με άλλον, αλλ. σύνοικος, συγκάτοικος: Είναι φίλος και ομόστεγος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ομ(ο)- — [ΑΜ ὁμ(ο) ] α συνθετικό πολλών λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, που ανάγεται στο επίθ. ὁμός και δηλώνει ότι: α) κάτι γίνεται μαζί, ταυτοχρόνως με κάτι άλλο (πρβλ. ομο βλαστώ, ομο βροντία, ομό δουπος, ομό ζευκτος, ομο θαμνώ) β) το δηλούμενο …   Dictionary of Greek

  • ομοστεγώ — ὁμοστεγῶ, έω (Α) [ομόστεγος] ζω κάτω από την ίδια στέγη, είμαι συγκάτοικος, συνοικώ …   Dictionary of Greek

  • ՀԱՄԱՅԱՐԿ — ( ) NBH 2 0017 Chronological Sequence: Unknown date, 6c, 13c ա. ὀμόστεγος contubernalis. Յարկակից. բնակակից. *Ոչ միայն համայարկ է, այլեւ համասեղան միշտ լինի. Փիլ. նխ. ՟բ.: *Օտարք, եւ ոչ համայարկ: Զմիամիտն թռչուն (զաղաւնի) եւ զհամայարկն արձակէ.… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.